Παράδοση

ΜΕΡΙΚΗ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΑΙΩΝ

Οι Σαρακατσάνοι όπως έχει αποδειχθεί από διάφορους διακεκριμένους Ιστορικούς, Λαογράφους και Ανθρωπολόγους ερευνητές, Έλληνες και ξένους, είναι μια πανάρχαια Ελληνική νομαδική φυλή που οι ρίζες της χάνονται στα βάθη των αιώνων.

Μιλούσαν και μιλούν μόνο την Ελληνική γλώσσα, ενώ μετά από έρευνες έχει διαπιστωθεί ότι κατά την ομιλία τους κάνουν χρήση πολλών αρχαίων και μάλιστα ομηρικών λέξεων.

Αντίστοιχα, πολλά έθιμα τους των σημαντικών γεγονότων της ζωής καθώς επίσης και ήθη της καθημερινότητας τους ανάγονται στην αρχαία Ελλάδα, ενώ ίδιες περιγραφές αυτών συναντούμε στον Όμηρο. Συνυφασμένος μάρτυρας προλεχθέντος είναι και η λαϊκή τους τέχνη, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στην ξυλογλυπτική, στην υφαντική και κεντητική τέχνη, στα είδη οικιακής ένδυσης και τα ρούχα τους (ειδικά στη γυναικεία φορεσιά τους), όπου βλέπουμε καθαρά αποτυπωμένα αρχαία Ελληνικά σχέδια.

Μοναδική τους απασχόληση ήταν η κτηνοτροφία και κυρίως η προβατοτροφία, πράγμα το οποίο διαμόρφωσε αυτόν τον νομαδικό τρόπο ζωής, καθώς στον Ελλαδικό χώρο τα θερμά καλοκαίρια τους ανάγκαζαν να ανεβαίνουν για έξι μήνες στα ορεινά βοσκοτόπια των βουνών, ενώ οι βαρείς χειμώνες τους υποχρέωναν να ξεχειμάσουν στους εύφορους ζεστούς κάμπους. Έχοντας αυτόν τον τρόπο ζωής διαμόρφωσαν τα τσελιγκάτα, μικρές οργανωμένες κοινωνίες (που αποτελούνταν συνήθως από 5 – 10 οικογένειες), με ιεραρχία, κανόνες, δική τους οικονομική διαχείριση, δάσκαλο για την εκπαίδευση των παιδιών και το άγραφο εθιμικό δίκαιο που εφαρμόζονταν από τους γεροντότερους.

Σύμφωνα με τη Σαρακατσάνικη παράδοση, κοιτίδα των Σαρακατσαναίων είναι η ευρύτερη περιοχή του ορεινού όγκου των Αγράφων όπου και υπήρχε ευρεία συσπείρωση. Κατά την διάρκεια της τουρκοκρατίας και προεπαναστατικά, μετά τον θάνατο του Κατσαντώνη το 1808, ο οποίος ήταν μια από τις ηγετικές μορφές των Σαρακατσαναίων, διασκορπίστηκαν σε όλο σχεδόν τον ελλαδικό χώρο, εκτός των νησιών, με μοναδική εξαίρεση την βόρεια Εύβοια. Φτάσανε δε έως τα γειτονικά κράτη της Βαλκανικής, Βουλγαρία και Σκόπια.

Η συμβολή τους στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του 1821 ήταν σημαντική και ουσιώδης, καθώς τα τσελιγκάτα τους στήριζαν και υπέθαλπαν τους κλεφτοαρματωλούς και τον αγώνα, ενώ έχουν να αναδείξουν σπουδαίες προσωπικότητες, οπλαρχηγούς του αγώνα. Ενδεικτικά αναφέρουμε μερικούς: Γ. Καραϊσκάκης, Α. Κατσαντώνης, Γ. Λιακατάς, Κ. Λεπενιώτης, Δ. Χασιώτης, Δ. Κατσαρός, κ.α.

Με την ίδρυση του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους κατά τον ίδιο τρόπο οι Σαρακατσάνοι που βρισκόταν στην σκλαβωμένη ακόμη Μακεδονία και Θράκη στήριξαν σημαντικά τον μακεδονικό αγώνα, ενώ κι εδώ δεν λείπουν οι προσωπικότητες που ξεχώρισαν όπως ο καπετάν Γαρέφης, κ.α.

Με την απελευθέρωση όλης της Ελληνικής επικράτειας οι Σαρακατσάνοι συνέχισαν να έχουν τον ίδιο νομαδικό τρόπο ζωής έως την δεκαετία του 1950 του προηγούμενου αιώνα. Έκτοτε εγκαταλείποντας τον παραδοσιακό τρόπο ζωής εγκαταστάθηκαν μόνιμα σε οικισμούς και άρχισαν να ασχολούνται και με άλλα επαγγέλματα όπως γεωργία, εμπόριο, κ.α., ενώ οι νέοι εστράφησαν με αξιοθαύμαστη επιτυχία στα γράμματα όπου και διέπρεψαν.

Έτσι, σήμερα στον Ελλαδικό κορμό έχουμε Σαρακατσάνους στις περιοχές της Αττικής, Στερεάς Ελλάδος, Βόρειας Εύβοιας, Ηπείρου, Θεσσαλίας, Κεντρικής και Ανατολικής Μακεδονίας, Θράκης, ενώ μικρότερος αριθμός υπάρχει και στην Πελοπόννησο. Εκτός Ελλάδος υπάρχουν στην Βουλγαρία και λίγοι στα Σκόπια αφού οι περισσότεροι έφυγαν την περίοδο 1963 – 1968 και εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Ελλάδα, στο Κορδελιό Θεσσαλονίκης.

Η αλλαγή αυτή του τρόπου ζωής σε συνδυασμό με την συνακόλουθη κάθοδο στις πόλεις, οδήγησαν στην ίδρυση των Συλλόγων με σκοπό την διαφύλαξη και διατήρηση της πολιτισμικής κληρονομιάς. Ο πρώτος σύλλογος που ιδρύθηκε είναι ο Σύνδεσμος Σαρακατσαναίων Λάρισας «Ο Κατσαντώνης», το 1962. η αύξηση των Συλλόγων Σαρακατσαναίων τα επόμενα χρόνια οδήγησαν στην ανάγκη δημιουργίας ενός δευτεροβάθμιου οργάνου, με αποτέλεσμα να φτάσουμε το 1981 στην ίδρυση της Π.Ο.Σ.Σ. «Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Σαρακατσαναίων».